Η ψυχή μας σε σχέση: Γιατί δεν υπάρχουμε ποτέ μόνοι?
Ένα κείμενο για τον σχεσιακό εαυτό, τη μοναξιά/μοναχικότητα και τη θεραπευτική συνάντηση.
Συχνά στη ζωή μας γεννιέται ένα θεμελιώδες και σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα. Ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας είναι άραγε αληθινά δικός μας; Δεν πρόκειται για ένα παράλογο ερώτημα, ειδικά αν σκεφτούμε ότι από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μας ζούμε εντός ενός κοινωνικό συνόλου και αναπτυσσόμαστε μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων. Από την πρώτη κιόλας ανάσα της ζωής μας, η ύπαρξή μας καθορίζεται και παγιώνεται μέσα από τη σχέση μας με τους άλλους. Το βρέφος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη μητέρα, τον πατέρα, τον γονέα ή το φροντιστή του. Το βλέμμα, η φροντίδα, το χαμόγελο, το χάδι, και η ανταπόκριση στις ανάγκες του είναι αυτά που δίνουν σχήμα στον εαυτό του.
Η δημιουργία του σχεσιακού εαυτού
Από τα πρώτα του βήματα, το βρέφος δημιουργεί σχέσεις που το καθορίζουν και διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο θα σχετίζεται σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ακόμη και στην πορεία της ζωής του ο άνθρωπος χτίζει σχέσεις που λίγο πολύ συνεχίζουν να τον καθορίζουν. Σχέσεις με συμμαθητές, φίλους, συντρόφους, συγγενείς, συναδέλφους και γενικότερα με την κοινωνία στο σύνολό της. Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ψυχή δεν είναι ποτέ ένα σφραγισμένο «δοχείο» γεμάτο σκέψεις, φαντασιώσεις και συναισθήματα αλλά ένας ζωντανός καμβάς εμπειριών, αναμνήσεων και δεσμών. Η ύπαρξή μας, δηλαδή, είναι βαθιά σχεσιακή. Ακόμα κι όταν νιώθουμε μόνοι, κουβαλάμε μέσα μας τα αποτυπώματα των σχέσεων που μας σημάδεψαν.
Κάθε σχέση είναι σαν ένας καθρέφτης που αντανακλά μια εικόνα του εαυτού μας. Μια εικόνα άλλοτε ξεκάθαρη και φωτεινή και άλλοτε θολή ή σκιώδη. Μέσα από τον «Άλλο» συχνά ανακαλύπτουμε κομμάτια του εαυτού που δεν γνωρίζαμε ή που θα προτιμούσαμε να κρατούμε επιμελώς κρυμμένα, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι εφικτό. Μια τρυφερή φιλία μπορεί να αναδείξει την ευαλωτότητά μας, την ικανότητά μας να εμπιστευόμαστε και τη δυνατότητά μας να αντέχουμε τη διαφορά. Ένας έρωτας να αποκαλύψει την ανάγκη μας να συνδεθούμε, να αγαπήσουμε και να λάβουμε αποδοχή, ενώ μια συγκρουσιακή σχέση μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με την οργή και τον φόβο, με τα όρια μας και με την ανάγκη μας να αποκτούμε έλεγχο και ασφάλεια.
Μοναξιά και Συνάντηση
Μοναξιά
«Ακόμα κι όταν νιώθουμε μόνοι, κουβαλάμε μέσα μας τα αποτυπώματα των σχέσεων που μας σημάδεψαν», αναφέρθηκε παραπάνω. Το «μόνοι», ωστόσο, είναι μια έννοια που συνδέεται με δύο εμπειρίες που αν και αρκετά συχνά συγχέονται, είναι εντελώς διαφορετικές. Αυτές της μοναξιάς και της μοναχικότητας. Η πρώτη αναφέρεται σε μια αρκετά οδυνηρή κατάσταση έλλειψης ή απουσίας. Περιγράφει το βαθύ και επώδυνο αίσθημα ότι κανείς δεν είναι εκεί για εμάς. Για να μας ακούσει, να μας δει ή ακόμη και να μοιραστεί την καθημερινότητά του μαζί μας. Η μοναξιά συνοδεύεται από πόνο, φόβο, κενό και κάποιες φορές ίσως και από απόγνωση. Μοιάζει σαν μια εσωτερική έρημο όπου η παρουσία του άλλου λείπει βαριά και επώδυνα.
Μοναχικότητα
Η μοναχικότητα, αντίθετα, δεν είναι έλλειψη ή απουσία αλλά επιλογή. Δεν ισοδυναμεί με απομόνωση, αλλά με έναν δημιουργικό χώρο που ανοίγεται για επαφή με τον εαυτό μας. Είναι ο χρόνος που αφιερώνουμε στη σιωπή και στην ανακάλυψη του εσωτερικού μας κόσμου, χωρίς ωστόσο αυτό να μας οδηγεί στην εγκατάλειψη, την απομόνωση ή τον κοινωνικό αποκλεισμό. Με τη μοναχικότητα μπορεί να γεννηθεί η δημιουργικότητα, να ανθίσει ο στοχασμός και να αναδυθεί μια αίσθηση εσωτερικής γαλήνης και ηρεμίας.
Το ζητούμενο , λοιπόν, δεν είναι να μπορέσουμε να μετατρέπουμε τη μοναξιά σε μοναχικότητα. Αλλά να βρίσκουμε σε αυτήν έναν τόπο εσωτερικής συνάντησης με τον εαυτό μας, χωρίς να χάνουμε την αίσθηση ότι είμαστε πλάσματα φτιαγμένα για να υπάρχουμε και να αλληλεπιδρούμε εντός κοινωνικού πλαισίου. Ακόμη όμως και όταν νιώθουμε μοναξιά, δεν είμαστε ποτέ απαραίτητα εντελώς μόνοι. Οι σχέσεις που έχουμε ζήσει και οι ειδικότερα οι πρώιμες σχέσεις μας συνεχίζουν να μας συνοδεύουν σαν εσωτερικές φωνές. Θυμόμαστε τι θα μας έλεγε ένας γονιός, προβάρουμε έναν διάλογο με έναν φίλο, ξαναζούμε μια στιγμή με έναν σύντροφο. Έτσι, η μοναξιά δεν είναι πλήρης απουσία σχέσης, αλλά συχνά μια σιωπηλή αναβίωση δεσμών που υπήρξαν σημαντικοί κάποτε για εμάς.
Η θεραπευτική προοπτική
Η σχεσιακή ψυχανάλυση και η ομαδική ψυχοθεραπεία μας υπενθυμίζει ότι ο εαυτός δεν μπορεί να υπάρξει απομονωμένος , αλλά διαμορφώνεται πάντοτε μέσα στο πλαίσιο των σχέσεων. Στο θεραπευτικό δωμάτιο, αυτή η θεμελιώδης αλήθεια μετατρέπεται σε ζωντανή εμπειρία. Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στους «θεραπευτές» και τους θεραπευόμενους ή/και μέσα στην ομάδα δεν αποτελεί απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η θεραπεία, αλλά συνιστά το ίδιο της το υλικό. Μέσα από τις λέξεις, τις σιωπές, τα βλέμματα και τα συναισθήματα που κυκλοφορούν στη θεραπευτική συνάντηση, οι θεραπευόμενοι συναντούν κομμάτια του εαυτού τους που μέχρι πρότινος μπορεί να παρέμεναν κρυμμένα ή απωθημένα.
Το «μεταξύ» θεραπευτή και θεραπευόμενου ή/και «μεταξύ» της ομάδας λειτουργεί σαν ένας ενδιάμεσος χώρος δημιουργίας, όπου μπορεί να γεννηθεί κάτι νέο και αυθεντικό. Εκεί ο εαυτός δοκιμάζει νέους τρόπους ύπαρξης, επαναβιώνει παλιές σχεσιακές εμπειρίες, επεξεργάζεται προσωπικά και συλλογικά τραύματα και αποκτά τη δυνατότητα να σχετίζεται διαφορετικά. Η θεραπευτική σχέση είναι ταυτόχρονα καθρέφτης, που αντανακλά πλευρές του εαυτού, αλλά και τόπος γέννησης και επανόρθωσης, όπου δοκιμάζονται νέες μορφές σχέσης και μεταμορφώνονται οι παλιές.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση που φέρνει αυτός ο τρόπος σκέψης δεν είναι μόνο να αναρωτηθούμε πώς μπορούμε να υπάρχουμε σε μια σχέση, αλλά και πώς θέλουμε να στεκόμαστε μέσα σε αυτή με αλήθεια, με αυθεντικότητα και με την ελευθερία να είμαστε «εμείς».